3
Αγαθοκλής και Αρμόδιος
Posted by Κάιζερ
Καταρχήν χαιρετίζω τους forumίτες. Γεια σου forumίτη.
Κατα δεύτερον όλους τους αλλους.
Κατά τρίτον τον Eternal γιατί όλοι ξέρουμε ότι δεν είναι πραγματικός άνθρωπος.
Θα σας πω μια ιστορία γιατί έχω όρεξη αλλά και να μην είχα πάλι θα την έλεγα.
Και πάει κάπως έτσι (insert scratches)...
Η νύχτα ήταν σκοτεινή και μέσα στην καλύβα επικρατούσε τέτοια ησυχία που δεν μπορούσες να ακούσεις τίποτα. Οι δυο μας ήρωες για άλλη μια φορά προσπαθούσαν να πιάσουν τον ύπνο αλλά δεν τον έπιαναν.
Ήταν σαν μια μυσταγωγία. Ο τιποτένιος και σιχαμερός Αρμόδιος καθόταν κουλουριασμένος στο πάτωμα και περιεργαζόταν με την φιδίσια γλώσσα του ένα ζωύφιο που μόλις είχε πιάσει, και ο δυνατός και περήφανος ήρωας Αγαθοκλής κοιμόταν ήρεμα κάτω από τον μεταξωτό χιτώνα του.
Ένας θόρυβος ήρθε να ταράξει την ηρεμία της νύχτας. Ήταν η κουκουβάγια Hendrix, η πιστή κουκουβάγια του δυνατού και περήφανου ήρωα Αγαθοκλή που αντιπαθούσε ο τιποτένιος και σιχαμερός Αρμόδιος και κείνη τον αντιπαθούσε γιατί της έκλεβε τα σκουλίκια.
"Τι μήνυμα μου φέρνεις, Hendrix;"
"Κθρλ", ψιθύρισε σιχαμένα και εμετικά ακούγοντας το όνομα του πουλιού ο Αρμόδιος, φτύνοντας υπολλείματα από την κατσαρίδα που μόλις είχε φάει.
Ο Αγαθοκλής έλυσε από το πόδι το γράμμα και το περιεργάστηκε με περηφάνια.
2 μέρες μετά...
Οι ήρωες μας, έφτασαν στην μεγάλη πόλη του σοφού αλλά μουγκού βασιλιά Αγησίλαου. Αυτή η πόλη ήταν τόσο μεγάλη που αν υπήρχε ένας μαγικός τρόπος να γίνει μικροσκοπική, πάλι μεγάλη θα ήταν. Στην είσοδο της πόλης συνάντησαν ένα πρεζάκι.
"Ε, ψιτ, φιλαράκι, μήπως έχεις ένα ευρώ για να πάρω τη δόση μου;"
"Όχι, γιατί θα πάρεις σουβλάκια.", είπε περήφανα και με δυνατή φωνή ο περήφανος και δυνατός Αγαθοκλής.
"Χθρλβρκλ", κάγχασε χαιρέκακα ο τιποτένιος και σιχαμερός Αρμόδιος.
"Καλά θα σας δείξω εγώ, θα δείτε τι θα πάθετε." είπε με συνομωτικό και σιχαμένο βλέμμα ο τζάνκης και προς στιγμήν έμοιασε λιγάκι στον Αρμόδιο.
Περπατούσαν στα σοκάκια της πόλης όλη μέρα και έφτασαν στο παλάτι όταν νύχτωσε, αφού περπατούσαν όλη μέρα.
Εκεί στην μεγάλη αίθουσα του θρόνου, με τις πολλές παλακίδες και με τους πιο πολλούς ευνούχους τους περίμενε ο σοφός αλλά μουγκός βασιλιάς Αγησίλαος, που ήταν βασιλιάς μιας τόσο μεγάλης πόλης, που αν υπήρχε ένας μαγικός τρόπος να γίνει μικροσκοπική, πάλι μεγάλη θα ήταν.
".......", τους χαιρέτισε με σοφία, ο σοφός αλλά μουγκός βασιλιάς.
"Χαίρε Αγησίλαε, σοφέ αλλά μουγκέ βασιλιά.", είπε με δυνατή φωνή και περισσή περηφάνια ο δυνατός και περήφανος ήρωας Αγαθοκλής και το μάτι του πήρε τον καλοσυνάτο και συμβουλευτικό αξιωματικό του Αγησίλαου, τον Αναξαγόρα, που κάτι όμως δεν πήγαινε καλά με αυτόν.
"Χαίρε δυνατέ και περήφανε ήρωα Αγαθοκλή.", είπε καλοσυνάτα και συμβουλευτικά ο αξιωματικός Αναξαγόρας στον Αγαθοκλή και ο τελευταίος κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά με αυτόν.
Οι παλακίδες και οι ευνούχοι χασκογελούσαν εν χωρό "Αγαθοκλής... Αγαθοκλής..." με ένα πονηρό και παράξενο βλέμμα όπως με κοιτούσε στην τάξη αυτό το παράξενο αγόρι, ο Παναγιώτης, εκτός από μία που κλοτσούσε τον σιχαμένο και εμετικό Αρμόδιο, επειδή της έγλυφε τις τρίχες στη μασχάλη.
Αφού τελείωσαν οι χαιρετούρες, οι 3 άνδρες και το τιποτένιο και σιχαμένο ερπετό που μέχρι τότε έβγαζε τις τζίμπλες του και τις έβαζε στη μύτη του και έβγαζε της μύξες του και τις έβαζε στα μάτια του, ξεκίνησαν να μιλάνε για το πρόβλημα που μαστίζει τη μεγάλη πόλη....
Η συνέχεια της ιστορίας όποτε βρω όρεξη.
Κατα δεύτερον όλους τους αλλους.
Κατά τρίτον τον Eternal γιατί όλοι ξέρουμε ότι δεν είναι πραγματικός άνθρωπος.
Θα σας πω μια ιστορία γιατί έχω όρεξη αλλά και να μην είχα πάλι θα την έλεγα.
Και πάει κάπως έτσι (insert scratches)...
Η νύχτα ήταν σκοτεινή και μέσα στην καλύβα επικρατούσε τέτοια ησυχία που δεν μπορούσες να ακούσεις τίποτα. Οι δυο μας ήρωες για άλλη μια φορά προσπαθούσαν να πιάσουν τον ύπνο αλλά δεν τον έπιαναν.
Ήταν σαν μια μυσταγωγία. Ο τιποτένιος και σιχαμερός Αρμόδιος καθόταν κουλουριασμένος στο πάτωμα και περιεργαζόταν με την φιδίσια γλώσσα του ένα ζωύφιο που μόλις είχε πιάσει, και ο δυνατός και περήφανος ήρωας Αγαθοκλής κοιμόταν ήρεμα κάτω από τον μεταξωτό χιτώνα του.
Ένας θόρυβος ήρθε να ταράξει την ηρεμία της νύχτας. Ήταν η κουκουβάγια Hendrix, η πιστή κουκουβάγια του δυνατού και περήφανου ήρωα Αγαθοκλή που αντιπαθούσε ο τιποτένιος και σιχαμερός Αρμόδιος και κείνη τον αντιπαθούσε γιατί της έκλεβε τα σκουλίκια.
"Τι μήνυμα μου φέρνεις, Hendrix;"
"Κθρλ", ψιθύρισε σιχαμένα και εμετικά ακούγοντας το όνομα του πουλιού ο Αρμόδιος, φτύνοντας υπολλείματα από την κατσαρίδα που μόλις είχε φάει.
Ο Αγαθοκλής έλυσε από το πόδι το γράμμα και το περιεργάστηκε με περηφάνια.
2 μέρες μετά...
Οι ήρωες μας, έφτασαν στην μεγάλη πόλη του σοφού αλλά μουγκού βασιλιά Αγησίλαου. Αυτή η πόλη ήταν τόσο μεγάλη που αν υπήρχε ένας μαγικός τρόπος να γίνει μικροσκοπική, πάλι μεγάλη θα ήταν. Στην είσοδο της πόλης συνάντησαν ένα πρεζάκι.
"Ε, ψιτ, φιλαράκι, μήπως έχεις ένα ευρώ για να πάρω τη δόση μου;"
"Όχι, γιατί θα πάρεις σουβλάκια.", είπε περήφανα και με δυνατή φωνή ο περήφανος και δυνατός Αγαθοκλής.
"Χθρλβρκλ", κάγχασε χαιρέκακα ο τιποτένιος και σιχαμερός Αρμόδιος.
"Καλά θα σας δείξω εγώ, θα δείτε τι θα πάθετε." είπε με συνομωτικό και σιχαμένο βλέμμα ο τζάνκης και προς στιγμήν έμοιασε λιγάκι στον Αρμόδιο.
Περπατούσαν στα σοκάκια της πόλης όλη μέρα και έφτασαν στο παλάτι όταν νύχτωσε, αφού περπατούσαν όλη μέρα.
Εκεί στην μεγάλη αίθουσα του θρόνου, με τις πολλές παλακίδες και με τους πιο πολλούς ευνούχους τους περίμενε ο σοφός αλλά μουγκός βασιλιάς Αγησίλαος, που ήταν βασιλιάς μιας τόσο μεγάλης πόλης, που αν υπήρχε ένας μαγικός τρόπος να γίνει μικροσκοπική, πάλι μεγάλη θα ήταν.
".......", τους χαιρέτισε με σοφία, ο σοφός αλλά μουγκός βασιλιάς.
"Χαίρε Αγησίλαε, σοφέ αλλά μουγκέ βασιλιά.", είπε με δυνατή φωνή και περισσή περηφάνια ο δυνατός και περήφανος ήρωας Αγαθοκλής και το μάτι του πήρε τον καλοσυνάτο και συμβουλευτικό αξιωματικό του Αγησίλαου, τον Αναξαγόρα, που κάτι όμως δεν πήγαινε καλά με αυτόν.
"Χαίρε δυνατέ και περήφανε ήρωα Αγαθοκλή.", είπε καλοσυνάτα και συμβουλευτικά ο αξιωματικός Αναξαγόρας στον Αγαθοκλή και ο τελευταίος κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά με αυτόν.
Οι παλακίδες και οι ευνούχοι χασκογελούσαν εν χωρό "Αγαθοκλής... Αγαθοκλής..." με ένα πονηρό και παράξενο βλέμμα όπως με κοιτούσε στην τάξη αυτό το παράξενο αγόρι, ο Παναγιώτης, εκτός από μία που κλοτσούσε τον σιχαμένο και εμετικό Αρμόδιο, επειδή της έγλυφε τις τρίχες στη μασχάλη.
Αφού τελείωσαν οι χαιρετούρες, οι 3 άνδρες και το τιποτένιο και σιχαμένο ερπετό που μέχρι τότε έβγαζε τις τζίμπλες του και τις έβαζε στη μύτη του και έβγαζε της μύξες του και τις έβαζε στα μάτια του, ξεκίνησαν να μιλάνε για το πρόβλημα που μαστίζει τη μεγάλη πόλη....
Η συνέχεια της ιστορίας όποτε βρω όρεξη.